αβάντα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάντα αβάντες
γενική αβάντας
αιτιατική αβάντα αβάντες
κλητική αβάντα αβάντες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάντα < ιταλική avanti, εμπρός, ή τουρκική avanta < ιταλική avanto κέρδος, (σύγχρονο: avanzo)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάντα θηλυκό

  1. όφελος
  2. επιλήψιμο, αθέμιτο κέρδος
  3. η -συνήθως με κακή έννοια- υποστήριξη, «έχει αβάντα τον βουλευτή»

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]