μίζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική μίζα μίζες
γενική μίζας μιζών
αιτιατική μίζα μίζες
κλητική μίζα μίζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

μίζα < γαλλική mise < mettre

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

μίζα και μίτζα θηλυκό

  1. (στο αυτοκίνητο) ο μηχανισμός που θέτει τον κινητήρα σε λειτουργία
  2. τα λεφτά που στοιχηματίζει κάποιος στο καζίνο ή στα χαρτιά
  3. η παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]