Μετάβαση στο περιεχόμενο

μίζα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μίζα οι μίζες
      γενική της μίζας των μιζών
    αιτιατική τη μίζα τις μίζες
     κλητική μίζα μίζες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmi.za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μίζα

Ετυμολογία 1

[επεξεργασία]
μίζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική mise + [1][2] < μετοχή mis (τοποθετημένος) του mettre[3]

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μίζα θηλυκό

  1. (διαφθορά) η παράνομη προμήθεια που δίνεται σε κάποιον που μεσολάβησε σε μια εμπορική συμφωνία
      Κάθε μηχανισμός για να πάρει μπροστά χρειάζεται λάδι και μίζα. Η μίζα κινεί την παραοικονομία, η οποία κινεί την οικονομία. Οι Τούρκοι την έλεγαν μπαξίσι, αλλά εμείς τους έχουμε ξεπεράσει (Νίκος Γ. Δήμου, Ειρωνικό Νεοελληνικό Λεξικό, Ένατη ανανεωμένη έκδοση, εκδ. Πατάκης, 2013)
  2. τα λεφτά που στοιχηματίζει κάποιος στο καζίνο ή στα χαρτιά

Άλλες μορφές

[επεξεργασία]

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Ετυμολογία 2

[επεξεργασία]
μίζα < (άμεσο δάνειο) γαλλική mise en marche (εκκίνηση μηχανισμού, κυριολεκτικά: τοποθετημένος σε κατάσταση λειτουργίας)[3][1] < μετοχή mis του mettre, en, marche

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μίζα θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. 1 2 μίζα - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
  2. 1 2 μίζα - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
  3. 1 2 Μπαμπινιώτης, Γεώργιος (2010). Ετυμολογικό Λεξικό της Νέας Ελληνικής Γλώσσας (Β' ανατύπωση. 2009: A' έκδοση). Αθήνα: Κέντρο Λεξικολογίας.
  4. μίζα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)