Μετάβαση στο περιεχόμενο

μίτζα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η μίτζα οι μίτζες
      γενική της μίτζας των μιτζών
    αιτιατική τη μίτζα τις μίτζες
     κλητική μίτζα μίτζες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
μίτζα < μίζα με [z] > [d͡z] κατά το σχήμα ...  Η Ετυμολογία χρειάζεται ανάπτυξη με τεκμηρίωση. Μπορείτε να βοηθήσετε;  

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /ˈmi.d͡za/
τυπογραφικός συλλαβισμός: μίτζα

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

μίτζα θηλυκό

  • (αργκό) η μίζα (στις σημασίες: ποντάρισμα, προμήθεια)

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]
  • μίζα, μίτζα -  Κάτος, Γιώργος Β. (2016) Λεξικό της λαϊκής και της περιθωριακής μας γλώσσας. Θεσσαλονίκη. online στο Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας (ΚΕΓ,1-2)