αβάντζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάντζα αβάντζες
γενική αβάντζας
αιτιατική αβάντζα αβάντζες
κλητική αβάντζα αβάντζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάντζα < ιταλική avanzo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάντζα θηλυκό

  1. προπληρωμή έναντι οφειλής μισθού, χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης εν γένει
  2. αβάντα
  3. προκαταβολή μισθού, οφειλής ή χρέους· μπροστάντζα
  4. συγκαταβατικό φέρσιμο

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]