αβάντζα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η αβάντζα οι αβάντζες
      γενική της αβάντζας
    αιτιατική την αβάντζα τις αβάντζες
     κλητική αβάντζα αβάντζες
Η γενική πληθυντικού -ών δεν συνηθίζεται.
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάντζα < (αναδρομικός σχηματισμός) αβαντζ(άρω) + < ιταλική avanzare (είμαι πιστωτής)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈvan.dza/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάντζα θηλυκό

  1. προκαταβολή μισθού, προπληρωμή έναντι οφειλής μισθού, χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης εν γένει
     συνώνυμα: μπροστάντζα
  2. αβάντα (στη σημασία: έμμεση υποστήριξη)
  3. συγκαταβατικό φέρσιμο
    δεν καταδέχομαι αβάντζες από κανένανε· θα τα βγάλω πέρα μόνος μου

Εναλλακτικές μορφές[επεξεργασία]

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

τα παρώνυμα:

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]