αβάντζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάντζα αβάντζες
γενική αβάντζας
αιτιατική αβάντζα αβάντζες
κλητική αβάντζα αβάντζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάντζα < (αναδρομικός σχηματισμός) αβαντζ(άρω) + < ιταλική avanzare (είμαι πιστωτής)[1]

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /aˈvan.dza/

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάντζα θηλυκό

  1. προκαταβολή μισθού, προπληρωμή έναντι οφειλής μισθού, χρέους ή οικονομικής υποχρέωσης εν γένει
    Books-aj.svg aj ashton 01.svg συνώνυμα: μπροστάντζα
  2. αβάντα (στη σημασία: έμμεση υποστήριξη)
  3. συγκαταβατικό φέρσιμο
    δεν καταδέχομαι αβάντζες από κανένανε· θα τα βγάλω πέρα μόνος μου

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Blue Glass Arrow.svg Δείτε επίσης [επεξεργασία]

τα παρώνυμα:

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]

  1. αβάντζα στο Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής. (1998) του Ιδρύματος "Τριανταφυλλίδη". Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας.