αβάντζο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αβάντζο αβάντζα
γενική αβάντζου αβάντζων
αιτιατική αβάντζο αβάντζα
κλητική αβάντζο αβάντζα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβάντζο < ιταλική avanzo

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αβάντζο ουδέτερο

  1. όταν δυο παίκτες τυχερών παιχνιδιών ανεβάζουν το στοίχημα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]