κράχτης

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

κράχτης < κράκτης < αρχαία ελληνική κράκτης

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κράχτης αρσενικό

  1. χαρακτηρισμός του πουλιού, συνήθως ωδικού, που χρησιμοποιείται για να προσελκύσει άλλα πουλιά σε παγίδα
  2. χαρακτηρισμός του ατόμου ή του αντικειμένου που χρησιμοποιείται για να προσελκύσει άλλους, συνήθως προς εξαπάτησή τους

Άλλες μορφές[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]