εργαζόμενος

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εργαζόμενος εργαζόμενη/ομένη εργαζόμενο
γενική εργαζόμενου/ομένου εργαζόμενης/ομένης εργαζόμενου/ομένου
αιτιατική εργαζόμενο εργαζόμενη/ομένη εργαζόμενο
κλητική εργαζόμενε εργαζόμενη/ομένη εργαζόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εργαζόμενοι εργαζόμενες εργαζόμενα
γενική εργαζόμενων/ομένων εργαζόμενων/ομένων εργαζόμενων/ομένων
αιτιατική εργαζόμενους εργαζόμενες εργαζόμενα
κλητική εργαζόμενοι εργαζόμενες εργαζόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργαζόμενος < μετοχή ενεστώτα του εργάζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εργαζόμενος, -η, -ο

  1. που εργάζεται
  2. (ως ουσιαστικό) αυτός που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ο εργάτης ή ο υπάλληλος

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]