εργαζόμενος
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Μετοχή
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | |||||
|---|---|---|---|---|---|---|
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | ο | εργαζόμενος | η | εργαζόμενη | το | εργαζόμενο |
| γενική | του | εργαζόμενου | της | εργαζόμενης | του | εργαζόμενου |
| αιτιατική | τον | εργαζόμενο | την | εργαζόμενη | το | εργαζόμενο |
| κλητική | εργαζόμενε | εργαζόμενη | εργαζόμενο | |||
| ↓ πτώσεις | πληθυντικός | |||||
| γένη → | αρσενικό | θηλυκό | ουδέτερο | |||
| ονομαστική | οι | εργαζόμενοι | οι | εργαζόμενες | τα | εργαζόμενα |
| γενική | των | εργαζόμενων | των | εργαζόμενων | των | εργαζόμενων |
| αιτιατική | τους | εργαζόμενους | τις | εργαζόμενες | τα | εργαζόμενα |
| κλητική | εργαζόμενοι | εργαζόμενες | εργαζόμενα | |||
| Συγκρίνετε με την κλίση των ουσιαστικοποιημένων. | ||||||
| ομάδα 'εισαγόμενος', Κατηγορία όπως «εισαγόμενος» - Παράρτημα:Επίθετα & Μετοχές | ||||||
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ο | εργαζόμενος | οι | εργαζόμενοι |
| γενική | του | εργαζόμενου & εργαζομένου |
των | εργαζόμενων & εργαζομένων |
| αιτιατική | τον | εργαζόμενο | τους | εργαζόμενους & εργαζομένους |
| κλητική | εργαζόμενε | εργαζόμενοι | ||
| Οι δεύτεροι τύποι, παλιότεροι, λόγιοι. Συγκρίνετε με την κλίση της μετοχής εργαζόμενος. | ||||
| Κατηγορία όπως «καρδινάλιος» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
εργαζόμενος αρσενικό (θηλυκό εργαζόμενη, λόγιο εργαζομένη)
- (επάγγελμα) αυτός που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ο εργάτης ή ο υπάλληλος
- ※ Εστιάζοντας στην καταβολή των συντάξεων γήρατος, που αποτελεί το αντικείμενο του παρόντος εγχειριδίου, αυτή στοχεύει στο να διασφαλίσει ότι οι εργαζόμενοι, όταν καταστούν μη ικανοί για εργασία λόγω της επέλευσης του ασφαλιστικού κινδύνου του γήρατος, αποκτούν ένα επαρκές επίπεδο εισοδήματος για να ανταπεξέλθουν στις αναγκαίες δαπάνες ώστε να επιτύχουν τη διατήρηση της ποιότητας ζωής που είχαν πριν την συνταξιοδότηση. (Προϋποθέσεις συνταξιοδότησης, ΠΗΓΑΣΟΣ - Αντιμετωπίζοντας το έμφυλο συνταξιοδοτικό χάσμα στην Ελλάδα, Γενική Γραμματεία Δημογραφικής και Οικογενειακής Πολιτικής και Ισότητας των Φύλων, ανακτήθηκε στις 24/5/2026 )
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εργαζόμενος
Πηγές
[επεξεργασία]- εργαζόμενος - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
Κατηγορίες:
- Νέα ελληνικά
- Μετοχές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως η ομάδα 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές που κλίνονται όπως το 'εισαγόμενος' (νέα ελληνικά)
- Μετοχές παθητικού ενεστώτα (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'καρδινάλιος' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά αρσενικά (νέα ελληνικά)
- Επαγγέλματα (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)