εργαζόμενος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Gthumb.svg
Αυτή η σελίδα μπήκε στον κατάλογο των σελίδων που χρειάζονται να μορφοποιηθούν όπως συνηθίζεται στο Βικιλεξικό,
έτσι ώστε να υπάρχει ομοιομορφία με τις υπόλοιπες σελίδες.
Παρακαλούμε βγάλτε αυτή την ετικέτα εάν θεωρείτε ότι η μορφή της σελίδας ταιριάζει με τα στάνταρντ του Βικιλεξικού.

Προς μορφοποίηση: Ας διαχωριστούν το επίθετο και το ουσιαστικό. Και στην κλίση --sarri.greek (συζήτηση) 13:51, 17 Μαΐου 2019 (UTC).


Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική εργαζόμενος εργαζόμενη/
εργαζομένη
εργαζόμενο
γενική εργαζόμενου/
εργαζομένου
εργαζόμενης/
εργαζομένης
εργαζόμενου/
εργαζομένου
αιτιατική εργαζόμενο εργαζόμενη/
εργαζομένη
εργαζόμενο
κλητική εργαζόμενε εργαζόμενη/
εργαζομένη
εργαζόμενο
πτώση πληθυντικός
ονομαστική εργαζόμενοι εργαζόμενες εργαζόμενα
γενική εργαζόμενων/
εργαζομένων
εργαζόμενων/
εργαζομένων
εργαζόμενων/
εργαζομένων
αιτιατική εργαζόμενους εργαζόμενες εργαζόμενα
κλητική εργαζόμενοι εργαζόμενες εργαζόμενα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εργαζόμενος < μετοχή ενεστώτα του εργάζομαι

Open book 01.svg Μετοχή[επεξεργασία]

εργαζόμενος, -η, -ο

  1. που εργάζεται
  2. (ως ουσιαστικό) αυτός που εργάζεται με σχέση εξαρτημένης εργασίας, ο εργάτης ή ο υπάλληλος

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]