αβασάνιστα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αβασάνιστα < αβασάνιστος

Open book 01.svg Επίρρημα[επεξεργασία]

αβασάνιστα (τροπικό)

  1. χωρίς ταλαιπωρίες και βάσανα
  2. πρόχειρα, επιπόλαια, χωρίς επαρκή σκέψη και προετοιμασία

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book 01.svg Κλιτή μορφή επιθέτου[επεξεργασία]

αβασάνιστα

  1. αβασάνιστο, στην ονομαστική, την αιτιατική και την κλητική του πληθυντικού