αγαθαγγελιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθαγγελιστής < αγαθαγγελισμός + -ης
πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγαθαγγελιστής αγαθαγγελιστές
γενική αγαθαγγελιστή αγαθαγγελιστών
αιτιατική αγαθαγγελιστή αγαθαγγελιστές
κλητική αγαθαγγελιστή αγαθαγγελιστές

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαθαγγελιστής αρσενικό, πληθυντικός "αγαθαγγελιστές"

  • ο οπαδός και πιστός στις προφητείες που αναφέρονται στο κείμενο "Αγαθάγγελος"

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]