αγαθαγγελιστής

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγαθαγγελιστής < αγαθαγγελισμός + -ης
↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική ο αγαθαγγελιστής οι αγαθαγγελιστές
      γενική του αγαθαγγελιστή των αγαθαγγελιστών
    αιτιατική τον αγαθαγγελιστή τους αγαθαγγελιστές
     κλητική αγαθαγγελιστή αγαθαγγελιστές
Παράρτημα

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγαθαγγελιστής αρσενικό, πληθυντικός "αγαθαγγελιστές"

  • ο οπαδός και πιστός στις προφητείες που αναφέρονται στο κείμενο "Αγαθάγγελος"

Μεταφράσεις[επεξεργασία]