αγκομαχητό

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αγκομαχητό αγκομαχητά
γενική αγκομαχητού αγκομαχητών
αιτιατική αγκομαχητό αγκομαχητά
κλητική αγκομαχητό αγκομαχητά

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αγκομαχητό < αγκομαχώ

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αγκομαχητό ουδέτερο

  1. κοφτός ήχος που βγαίνει από μέσα μας, λαχάνιασμα ή βογκητό ή επιθανάτιος ρόγχος
  2. κατ' αναλογία, θόρυβος μιας μηχανής που ζορίζεται να κάνει κάτι

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]