αδικήτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αδικήτρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη αδικητής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αδικήτρια
|
|
αδικήτρια θηλυκό
|
|