αμφιταλαντεύομαι

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

αμφιταλαντεύομαι < ελληνιστική κοινή ἀμφιταλαντεύω ((σημασιολογικό δάνειο) γαλλική vaciller)

Ρήμα[επεξεργασία]

αμφιταλαντεύομαι

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Κλίση[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]