ανάφαση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ανάφαση αναφάσεις
γενική ανάφασης
& αναφάσεως
αναφάσεων
αιτιατική ανάφαση αναφάσεις
κλητική ανάφαση αναφάσεις

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ανάφαση < ανά + φάση (διεθνής βιολογικός όρος)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ανάφαση θηλυκό

  1. (βιολογία): το τρίτο στάδιο διαίρεσης του πυρήνα των ευκαρυωτικών κυττάρων, που συμβαίνει μία φορά στη μίτωση και δύο φορές στη μείωση.

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]