αναθάρρηση

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός
ονομαστική αναθάρρηση
γενική αναθάρρησης
αιτιατική αναθάρρηση
κλητική αναθάρρηση

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναθάρρηση < ελληνιστική κοινή ἀναθαρρέω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναθάρρηση θηλυκό

  1. το να ξαναβρίσκει κάποιος το θάρρος του, η ανάκτηση του κουράγιου και της τόλμης

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]