αναλυτικότητα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αναλυτικότητα αναλυτικότητες
γενική αναλυτικότητας αναλυτικοτήτων
αιτιατική αναλυτικότητα αναλυτικότητες
κλητική αναλυτικότητα αναλυτικότητες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αναλυτικότητα < αναλυτικός + -ότητα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αναλυτικότητα θηλυκό

  1. η ικανότητα / ιδιότητα του να είναι κανείς αναλυτικός


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]