αργύριο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αργύριο αργύρια
γενική αργυρίου αργυρίων
αιτιατική αργύριο αργύρια
κλητική αργύριο αργύρια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

αργύριο < αρχαία ελληνική αργυρούς ανετυμολόγητο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

αργύριο ουδέτερο πληθ. αργύρια κατά συνεκδοχή= χρήματα


Εκφράσεις[επεξεργασία]

«Καλλικρατίδας δὲ ἀχθεσθεὶς τῇ ἀναβολῇ καὶ ταῖς ἐπὶ τὰς θύρας φοιτήσεσιν ὀργισθεὶς καὶ εἰπὼν ἀθλιωτάτους εἶναι τοὺς Ἕλληνας, ὅτι βαρβάρους κολακεύουσιν ἕνεκα ἀργυρίου, φάσκων τε, ἂν σωθῇ οἴκαδε, κατά γε τὸ αὑτοῦ δυνατὸν διαλλάξειν Ἀθηναίους καὶ Λακεδαιμονίους, ἀπέπλευσεν εἰς Μίλητον». Ξενοφών «Ελληνικά» Κεφ. Α'. 7

  • τριάκοντα αργύρια

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]