ατμιστής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ατμιστής ατμιστές
γενική ατμιστή ατμιστών
αιτιατική ατμιστή ατμιστές
κλητική ατμιστή ατμιστές

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ατμιστής < ατμίζω + -τής

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ατμιστής αρσενικό

  • (νεολογισμός) ο «καπνιστής» ηλεκτρονικού τσιγάρου
    Τα στοιχεία δείχνουν ότι σε ένα συμβατικό τσιγάρο περιέχονται νιτροζαμίνες της τάξεως των 3.000-6.500 ng (νανογραμμάρια), τη στιγμή που στο 1 ml του υγρού του ηλεκτρονικού τσιγάρου, ποσότητα που είναι συγκριτικά πολύ μεγαλύτερη αφού το 1 ml αντιστοιχεί κατά μέσο όρο στο 1/3 της ημερήσιας κατανάλωσης ενός ατμιστή, εντοπίζονται 2-12 ng -ποσότητα αντίστοιχη με εκείνη που εντοπίζεται στα υποκατάστατα νικοτίνης όπως οι τσίχλες. (*)

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]