αφάνα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) []


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική αφάνα αφάνες
γενική αφάνας αφανών
αιτιατική αφάνα αφάνες
κλητική αφάνα αφάνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία []

αφάνα < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[]

αφάνα θηλυκό

  • κάθε άγριος και ακανθώδης θάμνος
ο δρόμος ήταν γεμάτος αφάνες και δεν μπορούσα να περάσω


Εκφράσεις[]

  • μαλλί αφάνα: μαλλιά φουντωτά και κατσαρά

32πχ Μεταφράσεις[]