αφηγήτρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]αφηγήτρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη αφηγητής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] αφηγήτρια
|
|
αφηγήτρια θηλυκό
|
|