βερεσέ

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

βερεσέ < (άμεσο δάνειο) τουρκική veresiye

Επίρρημα[επεξεργασία]

βερεσέ

  1. επί πιστώσει
    πουλούσε συνέχεια βερεσέ και τελικά χρεωκόπησε

Εκφράσεις[επεξεργασία]

  1. τζάμπα και βερεσέ: μάταια, χωρίς αποτέλεσμα
    τόση ώρα μιλούσα τζάμπα και βερεσέ
  2. τ' ακούω βερεσέ: δεν δίνω απολύτως καμιά σημασία
    Αυτά που λες εγώ τ' ακούω βερεσέ, / τα παραμύθια σου τ' ανθίστηκα πια τώρα / και το κατάλαβα πως ήμουνα για σε / ο πασατέμπος σου για να περνάς την ώρα. (Από το τραγούδι «Ο πασατέμπος» (1946) σε στίχους του Γιώργου Γιαννακόπουλου και μουσική του Μανώλη Χιώτη)

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]