βιοτράπεζα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βιοτράπεζα βιοτράπεζες
γενική βιοτράπεζας βιοτραπεζών
αιτιατική βιοτράπεζα βιοτράπεζες
κλητική βιοτράπεζα βιοτράπεζες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βιοτράπεζα < βιο- + τράπεζα ((μεταφραστικό δάνειο) αγγλική biobank)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βιοτράπεζα θηλυκό

  • (νεολογισμός) (βιολογία) «τράπεζα» (αποθετήριο) βιολογικού υλικού (ανθρώπων ή άλλων έμβιων όντων)
    Σε διεθνείς έρευνες που αφορούν ιατρικά στατιστικά δεδομένα η Ελλάδα εκπροσωπείται συχνά από μία… παύλα! Ενας από τους λόγους απουσίας συγκρίσιμων στοιχείων είναι και η έλλειψη τράπεζας βιολογικού υλικού. Το κενό αποφασίστηκε επιτέλους να καλυφθεί, αφού η ελληνική Βιοτράπεζα μόλις έλαβε ευλογία και χρηματοδότηση από την Ευρωπαϊκή Ένωση. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]