βουτανόλη

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης: βουτανάλη

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

     πτώσεις  ↓          ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η βουτανόλη οι βουτανόλες
      γενική της βουτανόλης των βουτανολών
    αιτιατική τη βουτανόλη τις βουτανόλες
     κλητική βουτανόλη βουτανόλες
Παράρτημα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βουτανόλη < γαλλική butanol < butane < butylique < butyrique < λατινική butyrum < αρχαία ελληνική βούτυρον (αντιδάνειο) < βοῦς + τυρός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βουτανόλη θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]