βρωμίδιο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική βρωμίδιο βρωμίδια
γενική βρωμιδίου βρωμιδίων
αιτιατική βρωμίδιο βρωμίδια
κλητική βρωμίδιο βρωμίδια

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

βρωμίδιο < βρώμιο + -ίδιο

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

βρωμίδιο ουδέτερο

  1. (χημεία): οποιαδήποτε παράγωγη ουσία στο μόριο της οποίας φέρεται άτομο βρωμίου, όπως π.χ. βρωμίδιο του καλίου

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]