γαιοκτησία

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γαιοκτησία γαιοκτησίες
γενική γαιοκτησίας γαιοκτησιών
αιτιατική γαιοκτησία γαιοκτησίες
κλητική γαιοκτησία γαιοκτησίες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γαιοκτησία < λόγια λέξη από τα γαία + κτησία ( σήμαινε κατοχή, ιδιοκτησία, < κτώμαι)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γαιοκτησία θηλυκό

  1. η απόκτηση γης
  2. η κατοχή μεγάλης έκτασης γης

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]