γιβερελίνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γιβερελίνη γιβερελίνες
γενική γιβερελίνης γιβερελινών
αιτιατική γιβερελίνη γιβερελίνες
κλητική γιβερελίνη γιβερελίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γιβερελίνη < αγγλική gibberellin < λατινική gibber < gibbus

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γιβερελίνη θηλυκό

  • (βοτανική) (βιολογία) είδος φερομόνης που σχετίζεται με την ανάπτυξη και την αναπαραγωγή των φυτών. Πρωτοαπομονώθηκε από τον μύκητα Gibberella fujikuroi.
    Όπως διαπίστωσαν ιάπωνες ερευνητές από το Πανεπιστήμιο Ναγκόγια, οι γηραιότερες φτέρες απελευθερώνουν φερομόνες οι οποίες καθορίζουν το φύλο των νεότερων φυτών – διατηρώντας με τον τρόπο αυτόν μια ισορροπία ανάμεσα στα δύο φύλα με στόχο τη γρήγορη αναπαραγωγή του είδους. Το μυστικό, σύμφωνα με τους Ιάπωνες, κρύβεται στην φερομόνη γιβερελίνη, η οποία κάνει τα φυτά να αναπτύσσουν αρσενικά αναπαραγωγικά όργανα. (*)

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]