γκαζώνω

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαζώνω < γκάζ(ι) + -ώνω

Nuvola apps edu languages.png Προφορά[επεξεργασία]

ΔΦΑ : /ɡaˈzɔ.nɔ/

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

γκαζώνω, αόρ.: γκάζωσα, παθ.φωνή: γκαζώνομαι, π.αόρ.: γκαζώθηκα, μτχ.π.π.: γκαζωμένος

  1. πατάω απότομα γκάζι και επιταχύνω ξαφνικά το όχημά μου
  2. (μεταφορικά) οδηγώ πολύ γρήγορα και επικίνδυνα
  3. (μεταφορικά) μαλώνω κάποιον άδικα

Plume ombre.png Κλίση[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]