γκαρσόνα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γκαρσόνα γκαρσόνες
γενική γκαρσόνας γκαρσόνων
αιτιατική γκαρσόνα γκαρσόνες
κλητική γκαρσόνα γκαρσόνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γκαρσόνα < θηλυκό του γκαρσόνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γκαρσόνα θηλυκό

  1. αυτή που σερβίρει φαγητό και ποτά στους πελάτες σε εστιατόριο, καφενείο κλπ., η σερβιτόρα

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]