γραιγολεβάντες

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γραιγολεβάντες γραιγολεβάντηδες
γενική γραιγολεβάντε γραιγολεβάντηδων
αιτιατική γραιγολεβάντε γραιγολεβάντηδες
κλητική γραιγολεβάντε γραιγολεβάντηδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραιγολεβάντες < γραίγος + λεβάντες

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραιγολεβάντες αρσενικό (και γρεγολεβάντες)

  1. ανατολικός-βορειοανατολικός άνεμος

Δείτε επίσης[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]