γραμματολογία

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

↓ πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η γραμματολογία οι γραμματολογίες
      γενική της γραμματολογίας των γραμματολογιών
    αιτιατική τη γραμματολογία τις γραμματολογίες
     κλητική γραμματολογία γραμματολογίες
Παράρτημα

Ετυμολογία [επεξεργασία]

γραμματολογία < → λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γραμματολογία θηλυκό

  1. ο κλάδος της επιστήμης που μελετά την ιστορία της γραμματείας (λογοτεχνίας) ενός έθνους, μιας εποχής κλπ
  2. το σχετικό εγχειρίδιο
    κάθε φοιτητής της κλασικής φιλολογίας μελετά τη γραμματολογία του Lesky

Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Μεταφράσεις[επεξεργασία]