γρασοβαλβολίνη

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική γρασοβαλβολίνη γρασοβαλβολίνες
γενική γρασοβαλβολίνης γρασοβαλβολινών
αιτιατική γρασοβαλβολίνη γρασοβαλβολίνες
κλητική γρασοβαλβολίνη γρασοβαλβολίνες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

γρασοβαλβολίνη < γράσο (< ιταλική grasso < δημώδης λατινική *grassus < λατινική crassus < Παλαιά Λατινική *cartsus < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *kert-: υφαίνω) + βαλβολίνη (< αγγλική Valvoline)

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

γρασοβαλβολίνη θηλυκό

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]