Μετάβαση στο περιεχόμενο

δίνω τα χέρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δίνω τα χέρια < (κληρονομημένο) μεσαιωνική ελληνική δίδω τὰ χέρια,  δείτε τις λέξεις δίνω, τα, χέρια και χέρι

Έκφραση

[επεξεργασία]

δίνω τα χέρια

  1. (κυριολεκτικά) κάνω χειραψία με κάποιον
  2. (μεταφορικά, μεταβατικό) συμφιλιώνομαι με κάποιον, συνάπτω συμφωνία με κάποιον

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]