δεκάμετρο

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Ετυμολογία [επεξεργασία]

δεκάμετρο < δέκα + μέτρο

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

δεκάμετρο ουδέτερο

  1. (φυσική): μονάδα μήκους ίση με 10 μέτρα.


Μεταφράσεις[επεξεργασία]