διανεμήτρια

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική διανεμήτρια διανεμήτριες
γενική διανεμήτριας διανεμητριών
αιτιατική διανεμήτρια διανεμήτριες
κλητική διανεμήτρια διανεμήτριες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

διανεμήτρια < διανεμητής + κατάληξη θηλυκού -τρια

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

διανεμήτρια θηλυκό

  1. δείτε τη λέξη: διανεμητής

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]