διφθέρα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | η | διφθέρα | οι | διφθέρες |
| γενική | της | διφθέρας | των | διφθερών |
| αιτιατική | τη | διφθέρα | τις | διφθέρες |
| κλητική | διφθέρα | διφθέρες | ||
| Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- διφθέρα < αρχαία ελληνική
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διφθέρα θηλυκό
- δέρμα κατειργασμένο.
- ένδυμα από δέρμα κυρίως κατσίκας (είδος γούνας).
- δέρμα κατειργασμένο που χρησιμοποιούνταν για γραφή του οποίου το λεπτότερο είδος αποκαλούνταν περγαμηνή
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] διφθέρα
|
|
Αρχαία ελληνικά (grc)
[επεξεργασία]| ↓ πτώσεις | ενικός | πληθυντικός | ||
|---|---|---|---|---|
| ονομαστική | ἡ | διφθέρᾱ | αἱ | διφθέραι |
| γενική | τῆς | διφθέρᾱς | τῶν | διφθερῶν |
| δοτική | τῇ | διφθέρᾳ | ταῖς | διφθέραις |
| αιτιατική | τὴν | διφθέρᾱν | τὰς | διφθέρᾱς |
| κλητική ὦ! | διφθέρᾱ | διφθέραι | ||
| δυϊκός | ||||
| ονομ-αιτ-κλ | τὼ | διφθέρᾱ | ||
| γεν-δοτ | τοῖν | διφθέραιν | ||
| 1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά | ||||
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]διφθέρα, -ας θηλυκό
- οτιδήποτε φτιαγμένο από κατεργασμένο δέρμα
- δέρμα κατσίκας σε αντίθεση με τη μηλωτή
- (στον πληθυντικό) δέρματα που χρησίμευαν ως σκηνές
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Α, 5
- διφθέρας ἃς εἶχον στεγάσματα ἐπίμπλασαν χόρτου κούφου, εἶτα συνῆγον καὶ συνέσπων, ὡς μὴ ἅπτεσθαι τῆς κάρφης τὸ ὕδωρ·
- ※ 5ος/4ος πκε αιώνας ⌘ Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Α, 5
Παράγωγα
[επεξεργασία]Εκφράσεις
[επεξεργασία]- διφθέραι χαλκαῖ (χάλκινες δέλτοι)
Πηγές
[επεξεργασία]- διφθέρα - ΛΟΓΕΙΟΝ (αγγλικά, από το 2011) Λεξικά για την αρχαία ελληνική και λατινική γλώσσα (στα αγγλικά, γαλλικά, ισπανικά, κ.λπ.) Πανεπιστήμιο του Σικάγου.
Κατηγορίες:
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'σοφία' (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ουσιαστικά (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση της ομάδας 'χώρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά με κλίση 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά που κλίνονται όπως το 'φαρέτρα' (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά 1ης κλίσης θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Ουσιαστικά θηλυκά παροξύτονα (αρχαία ελληνικά)
- Λέξεις παροξύτονες (αρχαία ελληνικά)
- Αρχαία ελληνικά
- Ουσιαστικά (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα από τον Ξενοφώντα (αρχαία ελληνικά)
- Λήμματα με παραθέματα (αρχαία ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)