Μετάβαση στο περιεχόμενο

διφθέρα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η διφθέρα οι διφθέρες
      γενική της διφθέρας των διφθερών
    αιτιατική τη διφθέρα τις διφθέρες
     κλητική διφθέρα διφθέρες
Κατηγορία όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διφθέρα < αρχαία ελληνική

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διφθέρα θηλυκό

  1. δέρμα κατειργασμένο.
  2. ένδυμα από δέρμα κυρίως κατσίκας (είδος γούνας).
  3. δέρμα κατειργασμένο που χρησιμοποιούνταν για γραφή του οποίου το λεπτότερο είδος αποκαλούνταν περγαμηνή

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αρχαία ελληνικά (grc)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική διφθέρ αἱ διφθέραι
      γενική τῆς διφθέρᾱς τῶν διφθερῶν
      δοτική τῇ διφθέρ ταῖς διφθέραις
    αιτιατική τὴν διφθέρᾱν τὰς διφθέρᾱς
     κλητική ! διφθέρ διφθέραι
  δυϊκός
ονομ-αιτ-κλ τὼ  διφθέρ
γεν-δοτ τοῖν  διφθέραιν
1η κλίση, ομάδα 'χώρα', Κατηγορία 'φαρέτρα' όπως «σοφία» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
διφθέρα < Συγγενής της διψάρα και μυκηναϊκή 𐀇𐁇𐀨 (di-pte-ra)

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

διφθέρα, -ας θηλυκό

  1. οτιδήποτε φτιαγμένο από κατεργασμένο δέρμα
    1. σάκος δερμάτινος
    2. επενδύτης, κάπα
  2. δέρμα κατσίκας σε αντίθεση με τη μηλωτή
  3. (στον πληθυντικό) δέρματα που χρησίμευαν ως σκηνές
      5ος/4ος πκε αιώνας Ξενοφῶν, Κύρου Ἀνάβασις, Α, 5
    διφθέρας ἃς εἶχον στεγάσματα ἐπίμπλασαν χόρτου κούφου, εἶτα συνῆγον καὶ συνέσπων, ὡς μὴ ἅπτεσθαι τῆς κάρφης τὸ ὕδωρ·

Παράγωγα

[επεξεργασία]

Εκφράσεις

[επεξεργασία]