Μετάβαση στο περιεχόμενο

δυναμοσύνολο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το δυναμοσύνολο τα δυναμοσύνολα
      γενική του δυναμοσυνόλου
& δυναμοσύνολου
των δυναμοσυνόλων
    αιτιατική το δυναμοσύνολο τα δυναμοσύνολα
     κλητική δυναμοσύνολο δυναμοσύνολα
Κατηγορία όπως «πρόσωπο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
δυναμοσύνολο < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

δυναμοσύνολο ουδέτερο

  • (θεωρία συνόλων) το σύνολο όλων των υποσυνόλων ενός ορισμένου συνόλου
    το δυναμοσύνολο του συνόλου { α, β } είναι το σύνολο {Ø, {α}, {β}, {α,β}}

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]