Μετάβαση στο περιεχόμενο

εγκωμιάστρια

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η εγκωμιάστρια οι εγκωμιάστριες
      γενική της εγκωμιάστριας των εγκωμιαστριών
    αιτιατική την εγκωμιάστρια τις εγκωμιάστριες
     κλητική εγκωμιάστρια εγκωμιάστριες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εγκωμιάστρια < εγκωμιαστής + -τρια

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

εγκωμιάστρια θηλυκό

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]