Μετάβαση στο περιεχόμενο

εισπράττω

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
εισπράττω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰσπράττω. Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + πράττω.

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /iˈspɾa.to/
τυπογραφικός συλλαβισμός: εισπράττω

εισπράττω, στ.μέλλ.: θα εισπράξω, αόρ.: εισέπραξα, παθ.φωνή: εισπράττομαι, μτχ.π.ε.: εισπραττόμενος, π.αόρ.: εισπράχθηκα, μτχ.π.π.: εισπεπραγμένος

  1. παίρνω τα χρήματα που πληρώνει αυτός που αγόρασε αγαθά ή υπηρεσίες, για εξόφληση δανείων κλπ
  2. (γενικότερα) παίρνω, δέχομαι κάτι
    τους έκανα μια ευνοϊκότερη πρόταση αλλά πάλι εισέπραξα την άρνησή τους
  3. δέχομαι κάτι που έγινε ή ειπώθηκε με έναν ορισμένο τρόπο, ερμηνεύω
    το παιδί εισπράττει την κριτική από τη μητέρα του ως έλλειψη αποδοχής

Συγγενικά

[επεξεργασία]

Σύνθετα

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]