εισπράττω
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]- εισπράττω < (διαχρονικό δάνειο) αρχαία ελληνική εἰσπράττω. Συγχρονικά αναλύεται σε εισ- + πράττω.
Προφορά
[επεξεργασία]- ΔΦΑ : /iˈspɾa.to/
- τυπογραφικός συλλαβισμός : ει‐σπράτ‐τω
Ρήμα
[επεξεργασία]εισπράττω, στ.μέλλ.: θα εισπράξω, αόρ.: εισέπραξα, παθ.φωνή: εισπράττομαι, μτχ.π.ε.: εισπραττόμενος, π.αόρ.: εισπράχθηκα, μτχ.π.π.: εισπεπραγμένος
- παίρνω τα χρήματα που πληρώνει αυτός που αγόρασε αγαθά ή υπηρεσίες, για εξόφληση δανείων κλπ
- (γενικότερα) παίρνω, δέχομαι κάτι
- τους έκανα μια ευνοϊκότερη πρόταση αλλά πάλι εισέπραξα την άρνησή τους
- δέχομαι κάτι που έγινε ή ειπώθηκε με έναν ορισμένο τρόπο, ερμηνεύω
- το παιδί εισπράττει την κριτική από τη μητέρα του ως έλλειψη αποδοχής
Συγγενικά
[επεξεργασία]Σύνθετα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία]
Πηγές
[επεξεργασία]- εισπράττω - Λεξικό της Κοινής Νεοελληνικής (1998) του Ιδρύματος Μανόλη Τριανταφυλλίδη (συντομογραφίες-σύμβολα. Ετυμολογίες: Ευάγγελος Πετρούνιας). Η Πύλη για την ελληνική γλώσσα, Κέντρο Ελληνικής Γλώσσας
- εισπράττω - Χαραλαμπάκης, Χριστόφορος (επιμέλεια) (2014). Χρηστικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας. Αθήνα: Ακαδημία Αθηνών. (ψηφιοποιημένη έκδοση από το 2023, συντομογραφίες-σύμβολα)
Κατηγορίες:
- Λόγια διαχρονικά δάνεια από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Προέλευση λέξεων από τα αρχαία ελληνικά (νέα ελληνικά)
- Λέξεις με πρόθημα εισ- (νέα ελληνικά)
- Λήμματα με προφορά ΔΦΑ (νέα ελληνικά)
- Νέα ελληνικά
- Ρήματα (νέα ελληνικά)
- Ρηματικές φωνές (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (νέα ελληνικά)
- Αντίστροφο λεξικό (ελληνικά)