εμπρήστρια
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]εμπρήστρια θηλυκό
- → δείτε τη λέξη εμπρηστής
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] εμπρήστρια
|
|
εμπρήστρια θηλυκό
|
|