εὐμενής

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Πτώση Ενικός Πληθυντικός
Ονομαστική ὁ, ἡ εὐμενής τὸ εὐμενές οἱ, αἱ εὐμενεῖς τὰ εὐμεν
Γενική τοῦ, τῆς εὐμενοῦς τοῦ εὐμενοῦς τῶν εὐμενῶν τῶν εὐμενῶν
Δοτική τῷ, τῇ εὐμενεῖ τῷ εὐμενεῖ τοῖς, ταῖς εὐμενέσι(ν) τοῖς εὐμενέσι(ν)
Αιτιατική τὸν, τὴν εὐμεν τὸ εὐμενές τοὺς, τὰς εὐμενεῖς τὰ εὐμεν
Κλητική εὐμενές εὐμενές εὐμενεῖς εὐμεν
Πτώσεις Δυικός
Ονομαστική-Αιτιατική-Κλητική εὐμενεῖ
Γενική-Δοτική εὐμενοῖν

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

εὐμενής < εὖ + μένος + -ής

Open book 01.svg Επίθετο[επεξεργασία]

εὐμενής, -ής, -ές

  1. ευμενής
  2. ευνοϊκός
  3. φιλικός
  4. ευεργετικός
  5. ήπιος, μαλακός
  6. εύκολος
Θετικός
Συγκριτικός
Υπερθετικός
Επίθετο
εὐμενής
εὐμενέστερος
εὐμενέστατος
Επίρρημα
εὐμενῶς
εὐμενέστερον/εὐμενεστέρως
εὐμενέστατα/εὐμενεστάτως