Μετάβαση στο περιεχόμενο

ζέρμπερα

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική η ζέρμπερα οι ζέρμπερες
      γενική της ζέρμπερας των ζερμπερών
    αιτιατική τη ζέρμπερα τις ζέρμπερες
     κλητική ζέρμπερα ζέρμπερες
Κατηγορία όπως «θάλασσα» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ζέρμπερα < λείπει η ετυμολογία

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ζέρμπερα θηλυκό

Δείτε επίσης

[επεξεργασία]

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]