ημίψηλο

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

άντρας με ημίψηλο


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική ημίψηλο ημίψηλα
γενική ημίψηλου ημίψηλων
αιτιατική ημίψηλο ημίψηλα
κλητική ημίψηλο ημίψηλα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

ημίψηλο < ημι- + υψηλός

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

ημίψηλο ουδέτερο

  1. παλαιότερος τύπος επίσημου καπέλου με ψηλό κυλινδρικό σώμα


Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]