Μετάβαση στο περιεχόμενο

ιεροδικείο

Από Βικιλεξικό

Νέα ελληνικά (el)

[επεξεργασία]
 πτώσεις       ενικός         πληθυντικός  
ονομαστική το ιεροδικείο τα ιεροδικεία
      γενική του ιεροδικείου των ιεροδικείων
    αιτιατική το ιεροδικείο τα ιεροδικεία
     κλητική ιεροδικείο ιεροδικεία
Κατηγορία όπως «πεύκο» - Παράρτημα:Ουσιαστικά

Ετυμολογία

[επεξεργασία]
ιεροδικείο, μαρτυρείται από το 1856 ως «ἱεροδικεῖον»[1] < ιερο- + -δικείο

Προφορά

[επεξεργασία]
ΔΦΑ : /i.e.ɾo.ðiˈci.o/
τυπογραφικός συλλαβισμός: ιεροδικείο

Ουσιαστικό

[επεξεργασία]

ιεροδικείο ουδέτερο

Συγγενικά

[επεξεργασία]

 και δείτε τις λέξεις ιερός και δίκη

Μεταφράσεις

[επεξεργασία]

Αναφορές

[επεξεργασία]
  1. ἱεροδικεῖον, σελ.485, Τόμος Α΄ - Κουμανούδης, Στέφανος Αθ. (1900) Συναγωγή νέων λέξεων υπό των λογίων πλασθεισών από της Αλώσεως μέχρι των καθ’ ημάς χρόνων. Τόμοι: 2 (Εισαγωγή,@anemi). Εν Αθήναις: Τύποις Π. Δ. Σακελλαρίου
  2. ἱεροδικεῖον σελ.3420 -  Δημητράκος, Δημήτριος Β. (1964) Μέγα λεξικὸν ὅλης τῆς Ἑλληνικῆς γλώσσης, 1930-1950. 2η έκδοση:1964. Αθήνα: Εκδόσεις: Δομή (15 τόμοι) & επανεκδόσεις, 1η έκδοση:1953 (9 τόμοι) Ελληνική Παιδεία. (συντομογραφίες & συγγραφέων)