καβάλημα
Εμφάνιση
Νέα ελληνικά (el)
[επεξεργασία]
Ετυμολογία
[επεξεργασία]
Ουσιαστικό
[επεξεργασία]καβάλημα ουδέτερο
- η ενέργεια του καβαλώ
Συνώνυμα
[επεξεργασία]
Μεταφράσεις
[επεξεργασία] καβάλημα
|
|
καβάλημα ουδέτερο
|
|