καβατζάρισμα

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καβατζάρισμα καβατζαρίσματα
γενική καβατζαρίσματος καβατζαρισμάτων
αιτιατική καβατζάρισμα καβατζαρίσματα
κλητική καβατζάρισμα καβατζαρίσματα

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καβατζάρισμα < καβατζάρω

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καβατζάρισμα ουδέτερο

  1. (ναυτικός όρος) το προσπέρασμα ακρωτηρίου, η παράκαμψη κάβου
  2. συμπλήρωση ηλικίας, συνήθως δεκαετίας
  3. περιορισμένη αποθήκευση

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]