συμπλήρωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Ετυμολογία [επεξεργασία]

συμπλήρωση < ελληνιστική συμπλήρωσις < συν + πλήρωσις < πληρόω

Ουσιαστικό[επεξεργασία]

συμπλήρωση θηλυκό

  1. η ενέργεια με την οποία συμπληρώνω κάτι, προσθέτω κάτι παραπάνω
    θα ήθελα να κάνω μια συμπλήρωση
  2. η ενέργεια με την οποία συμπληρώνω κενά σε ένα έγγραφο (αίτηση, φόρμα κλπ)
  3. η ολοκλήρωση
    με τη συμπλήρωση 10 χρόνων από το γεγονός αυτό ...


Μεταφράσεις[επεξεργασία]