καζανάς

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καζανάς καζανάδες
γενική καζανά καζανάδων
αιτιατική καζανά καζανάδες
κλητική καζανά καζανάδες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καζανάς < καζάνι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καζανάς αρσενικό

  1. (ιδιωματικό): αυτός που επιμελείται την απόσταξη με καζάνι ειδικότερα στη ρακί, (καζάνεμα)
  2. αυτός που επιμελείται καζάνια (χρήση, καθαρισμό και φύλαξη)

Books-aj.svg aj ashton 01.svg Συνώνυμα[επεξεργασία]

32πχ Μεταφράσεις[επεξεργασία]