καλίκωση

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση σε: πλοήγηση, αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

καλίκωση < → Η ετυμολογία λείπει.

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καλίκωση θηλυκό

καλίκωση : από το καλυκώνω . Επειδή τα υποδήματα των Κρητικών ήταν τα στιβάνια ,των οποίων το περικνήμιο αποτελούνταν από δερμάτινο κάλυκα και γι' αυτό οι Κρητικοί έλεγαν αγόρασα καλύκωση και εννοούσαν , ότι αγόρασαν στιβάνια που ήσαν τα υποδήματά τους.