καρυδόψιχα

Από Βικιλεξικό
Μετάβαση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Ελληνικά (el) [επεξεργασία]

πτώση ενικός πληθυντικός
ονομαστική καρυδόψιχα καρυδόψιχες
γενική καρυδόψιχας
αιτιατική καρυδόψιχα καρυδόψιχες
κλητική καρυδόψιχα καρυδόψιχες

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

  1. καρυδόψιχα < καρύδι + ψίχα
  2. καρυδόψιχα < καρύδα + ψίχα

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

καρυδόψιχα θηλυκό

  1. η ψίχα του καρυδιού
  2. η αποξηραμένη ψίχα της καρύδας, του καρπού του κοκοφοίνικα
    Σχετικά με την παραγωγή λαδιού από την καρύδα (Cocos nucifera), η ψίχα αρχικά αποξηραίνεται μέχρι η υγρασία να φθάσει 5-7%. Στη συνέχεια από την αποξηραμένη ψίχα (copra) λαμβάνεται το λάδι. Απαιτούνται 5.000 καρύδες για την παραγωγής 1 τόνου copra. Από ένα κιλό αποξηραμένης καρυδόψιχας παραλαμβάνονται 650 γραμμάρια λαδιού. Κύριες παραγωγοί χώρες είναι οι Ινδονησία, Φιλιππίνες, Ινδία και Βραζιλία.[1]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]

Open book icon.png Αναφορές[επεξεργασία]