κεράννυμι

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση
Arrows blue.png Δείτε επίσης : κηραίνω

Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Αρχικοί χρόνοι Ενεργητική φωνή Μέση-Παθητική φωνή
Ενεστώτας κεράννυμι & κεραννύω
Παρατατικός ἐκεράννυν
Μέλλοντας κεράσω κραθήσομαι
Αόριστος ἐκέρασα ἐκερασάμην & ἐκράθην & ἐκεράσθην
Παρακείμενος κέκραμαι & κεκέρασμαι
Υπερσυντέλικος ἐκέκρατο
Συντελ.Μέλλ.


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κεράννυμι < πρωτοϊνδοευρωπαϊκή *ḱerh₂- < *ḱer- (αυξάνω)

Open book 01.svg Ρήμα[επεξεργασία]

κεράννυμι (παθητική φωνή: κεράννυμαι)

  1. ανακατεύω, αναμειγνύω (κυρίως κρασί με νερό)
  2. ρυθμίζω τη θερμοκρασία, ψύχω (κυρίως ανακατεύοντας και αναμειγνύοντας υγρά)
  3. συνδυάζω
  4. παθητική φωνή κεράννυμαι: (γραμματική) συγκεράζω (με κράση)

Blue Glass Arrow.svg Εναλλακτικές μορφές [επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις (νέα ελληνικά)[επεξεργασία]