κέραμος

Από Βικιλεξικό
Πήδηση στην πλοήγηση Πήδηση στην αναζήτηση

Flag of Greece.svg Ελληνικά (el) [επεξεργασία]


Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέραμος < αρχαία ελληνική κέραμος

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέραμος θηλυκό

  1. (σπάνιο) κεραμίδι

Nuvola apps noatun.png Συγγενικές λέξεις[επεξεργασία]

δείτε τη λέξη: κεραμίδι

Nuvola apps noatun.png Σύνθετα[επεξεργασία]

Gnome-globe.svg Μεταφράσεις[επεξεργασία]



Capitello modanatura mo 01.svg Αρχαία ελληνικά (grc) [επεξεργασία]

Nuvola apps bookcase.png Ετυμολογία [επεξεργασία]

κέραμος < κεράννυμι

Open book 01.svg Ουσιαστικό[επεξεργασία]

κέραμος αρσενικό

  1. πηλός, το υλικό της γης από το οποίο φτιάχνονταν τα πήλινα είδη
  2. (κατ’ επέκταση) οτιδήποτε κατασκευασμένο από πηλό
  3. (ειδικότερα) κεραμίδι